ετερόπλους

ἑτερόπλους, -ουν και ἑτερόπλοος, -ον (Α)
1. τα χρήματα που δανείζεται κάποιος μόνο για ένα ταξίδι όταν αποπλέει από ένα λιμάνι για να μεταβεί σε άλλο και τα οποία επιστρέφει στον τόπο τού κατάπλου («ἑτερόπλουν τἀργύριον εἰς Ἀθήνας», Δημοσθ.)
2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ ἑτερόπλοα (ενν. αργύρια)
τα χρήματα για το ταξίδι.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο-* + πλους (< πλους)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἑτερόπλουν — ἑτερόπλους lent on bottomry with the risk of the outward masc/fem acc sg ἑτερόπλους lent on bottomry with the risk of the outward neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερόπλῳ — ἑτερόπλους lent on bottomry with the risk of the outward masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ЭМПОРИЙ, ЭМПОРЫ — •Emporīum, Emporĭae, Έμπορει̃ον и Έμπόριαι, город и гавань индигетов в Hispania Tarraconensis там, где Пиренейские горы граничат со Средиземным… …   Реальный словарь классических древностей

  • Торговец —    • Έμπορος          (εμπορία, ср. Mercatura, Торговля), оптовый торговец, отличается от αυτοπώλης и κάπηλος. Αυτοπώλης продает им самим выработанные товары, как, напр., поселянин, привозящий в город деревенские продукты, ремесленник,… …   Реальный словарь классических древностей

  • ἑτερόπλοα — ἑτερόπλοος lent on bottomry with the risk of the outward neut nom/voc/acc pl ἑτερόπλους lent on bottomry with the risk of the outward neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.